ρύομαι


ρύομαι
ρύομαι 1. защищать, удерживать; 2. вырывать, освобождать; спасать

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ρύομαι" в других словарях:

  • ρύομαι — (I) ῥύομαι ΝΜΑ (αποθ.) απαλλάσσω κάποιον από κίνδυνο, λυτρώνω, διασώζω (α. «ἀλλὰ ῥῡσαι ἡμᾱς ἀπὸ τοῡ πονηροῡ», ΚΔ β. «ῥῡσαι σεαυτὸν καὶ πόλιν, ῥῡσαι δ ἐμέ, ῥῡσαι δὲ πᾱν μίασμα τοῡ τεθνηκότος» λύτρωσε τον εαυτό σου και την πόλη, σώσε και εμένα,… …   Dictionary of Greek

  • ῥύομαι — ῥύ̱ομαι , ῥύομαι se sru pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥῦσαι — ῥύομαι se sru aor imperat mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥῦσθαι — ῥύομαι se sru aor inf mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥῦτο — ῥύομαι se sru aor ind mp 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναρύῃ — ἀνά ἀρύω draw pres subj mp 2nd sg ἀνά ἀρύω draw pres ind mp 2nd sg ἀνά ἀρύω draw pres subj act 3rd sg ἀναρύ̱ῃ , ἀνά ῥύομαι se sru aor subj mp 2nd sg (epic) ἀναρύ̱ῃ , ἀνά ῥύομαι se sru pres subj mp 2nd sg ἀναρύ̱ῃ , ἀνά ῥύομαι se sru pres ind mp… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπερερρύῃ — ὑπερερρύ̱ῃ , ὑπέρ , ἐν ῥύομαι se sru aor subj mp 2nd sg (epic) ὑπερερρύ̱ῃ , ὑπέρ , ἐν ῥύομαι se sru pres subj mp 2nd sg ὑπερερρύ̱ῃ , ὑπέρ , ἐν ῥύομαι se sru pres ind mp 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥύεσθε — ῥύ̱εσθε , ῥύομαι se sru pres imperat mp 2nd pl ῥύ̱εσθε , ῥύομαι se sru pres ind mp 2nd pl ῥύ̱εσθε , ῥύομαι se sru imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥύηι — ῥύ̱ῃ , ῥύομαι se sru aor subj mp 2nd sg (epic) ῥύ̱ῃ , ῥύομαι se sru pres subj mp 2nd sg ῥύ̱ῃ , ῥύομαι se sru pres ind mp 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥύσασθ' — ῥύ̱σασθε , ῥύομαι se sru aor imperat mid 2nd pl ῥύ̱σασθαι , ῥύομαι se sru aor inf mid ῥύ̱σασθε , ῥύομαι se sru aor ind mid 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥύῃ — ῥύ̱ῃ , ῥύομαι se sru aor subj mp 2nd sg (epic) ῥύ̱ῃ , ῥύομαι se sru pres subj mp 2nd sg ῥύ̱ῃ , ῥύομαι se sru pres ind mp 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)